σιγαροποιός

ο, Ν
1. τεχνίτης καπνοβιομηχανίας
2. ο ιδιοκτήτης τής παραπάνω βιομηχανίας, καπνοβιομήχανος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < σιγάρο «τσιγάρο, πούρο» + -ποιός*. Η λ., στον πληθ. σιγαροποιοί, μαρτυρείται από το 1894 στην εφημερίδα Άστυ].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σιγαροποιία — η, Ν 1. κατασκευή τσιγάρων και πούρων 2. η βιομηχανία παραγωγής τσιγάρων και πούρων, καπνοβιομηχανία. [ΕΤΥΜΟΛ. < σιγαροποιός. Η λ. μαρτυρείται από το 1895 στην εφημερίδα Ακρόπολις] …   Dictionary of Greek

  • σιγαροποιείο — το, Ν [σιγαροποιός] εργοστάσιο κατασκευής τσιγάρων …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.